- προγηράσκω
- προ-γηράσκω, vorher altern
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
προγηράσκω — Α 1. γεράζω προηγουμένως 2. γεράζω πρόωρα. [ΕΤΥΜΟΛ. < προ * + γηράσκω «γερνώ»] … Dictionary of Greek
προ- — α συνθετικό πολλών λ. όλων τών περιόδων τής Ελληνικής, το οποίο ανάγεται στην πρόθεση πρό. Το προ συντίθεται με ονόματα, ρήματα και, σπανιότερα, με επιρρήματα και προσδίδει βασικά τη σημ. τής προτεραιότητας ως προς τον τόπο, τον χρόνο ή την τάξη … Dictionary of Greek